αποδυναμώνω /a.po.ði.naˈmo/ Ρήμα
- English
- weaken
- ไทย
- บั่นทอน
Example
- Η ομάδα έχει **αποδυναμωθεί** (αποδυναμώνω/αποδυναμώθηκα/αποδυναμωθεί) από τους τραυματισμούς.
- The team has been weakened by injury.
- Χρησιμοποιείται συχνά η παθητική φωνή για να τονιστεί η κατάσταση.