Αποφασισμένος /afasizˈmenos/ Adjective
- English
- determined
- ไทย
- มุ่งมั่น
Example
- Η αντίσταση στο σχέδιό της την έκανε πιο **αποφασισμένη** από ποτέ. (αταλάντευτη / ακλόνητη / σθεναρή)
- The opposition to her plan made her more determined than ever.
- Τονίζει την εσωτερική δύναμη που αναδύθηκε λόγω της πίεσης.