παιδιά /aˈpoʝoni/ Noun

English
offspring
ไทย
ลูกหลาน

Example

  • Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γονείς με τους εφήμερους **απογόνους** τους.
  • The problems parents have with their teenage offspring.
  • Εδώ το 'απόγονος' υποδηλώνει τη νέα γενιά με μια ελαφριά κριτική χροιά.