Απόκλιση /aˈpóklisi/ Noun
- English
- aberration
- ไทย
- ความเบี่ยงเบน
Example
- Τα αποτελέσματα της εξέτασης έδειξαν μια **απόκλιση** από το αναμενόμενο μοτίβο.
- The test results showed an aberration from the expected pattern.
- Εδώ η 'απόκλιση' είναι ουδέτερη, μετρήσιμη.