ΚΟΒΩ/ΚΟΨΩ ΚΟΒΩ/ΚΟΨΩ Noun
- English
- cutting
- ไทย
- การตัด
Example
- Κράτησε ένα απόκομμα της κριτικής στο άλμπουμ της. (Συνώνυμο: τεκμήριο / τεμάχιο / κομμάτι)
- She kept a cutting of the review in her scrapbook.
- Το 'απόκομμα' είναι η λέξη-κλειδί για δημοσιεύματα.