Απόκτηση /apók'tisi/ Noun

English
acquisition
ไทย
การได้มา

Example

  • Η νεότερη **απόκτηση** του μουσείου είναι ένας πίνακας του 17ου αιώνα. (Η **απόκτηση** / η **εξασφάλιση** / η **θήσαυρος**) — του: Το μουσείο έκανε μια σπουδαία κίνηση.
  • The museum's latest acquisition is a 17th-century painting.
  • Εδώ τονίζεται το τελικό αντικείμενο.