Εξόρμηση /ekˈsor.mi.si/ Noun
- English
- expedition
- ไทย
- การเดินทางสำรวจ
Example
- Η ομάδα σχεδιάζει μια [αποστολή] (εξερεύνηση / οδοιπορικό / περιπέτεια) στην κορυφή του Κ2.
- The team is planning an expedition to the summit of K2.
- Το 'αποστολή' εδώ τονίζει τον σκοπό και την οργάνωση.