Αποστολή /apostoˈli/ Noun

English
mission
ไทย
ภารกิจ

Example

  • Οι αστροναύτες ετοιμάστηκαν για την [αποστολή] τους στον Άρη.
  • The astronauts prepared for their mission to Mars.
  • Εδώ τονίζεται το ταξίδι και ο σκοπός.