αποτυγχάνω / fail /a.po.tiŋˈxa.no/ Verb
- English
- fail
- ไทย
- ไม่สำเร็จ
Example
- Πολλές δίαιτες [αποτυγχάνουν] (πέφτω / δεν τα καταφέρνω) επειδή είναι υπερβολικά περιοριστικές.
- Many diets fail because they are too restrictive.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο ατελής αόριστος (αποτυγχάνω) για γενική παρατήρηση.