απρόσεκτος /aproˈsɛktos/ Επιθετικό
- English
- careless
- ไทย
- ประมาท
Example
- Ήταν μια **απρόσεκτη** (αβλεψία / βιασύνη / αμέλεια) κίνηση να αφήσεις την πόρτα ξεκλείδωτη.
- It was a careless mistake to leave the door unlocked.
- Εδώ τονίζουμε την έλλειψη ελέγχου της στιγμής.