Αρχιτεκτονικός /arxitektoˈnikos/ Adjective

English
architectural
ไทย
เชิงสถาปัตยกรรม

Example

  • Η πόλη φημίζεται για το μοναδικό της αρχιτεκτονικό ύφος. (αρχιτεκτονικός / σχεδιαστικός / δομικός) — της: Η πόλη φημίζεται για το μοναδικό της αρχιτεκτονικό ύφος.
  • The city is known for its unique architectural style.
  • Το 'ύφος' (style) είναι η μαγνητική λέξη εδώ.