αρκετά /arˈketa/ Adverb

English
fairly
ไทย
ค่อนข้าง

Example

  • Η ταινία ήταν **αρκετά** διασκεδαστική.
  • The movie was fairly entertaining.
  • Εδώ το 'αρκετά' υποδηλώνει ότι δεν ήταν αριστούργημα, αλλά άξιζε τον χρόνο.