αρνούμαι /arˈnu.me/ Verb

English
refuse
ไทย
ปฏิเสธ

Example

  • Η δημοσιογράφος αρνήθηκε (δεν δέχομαι / απορρίπτω / αποκρούω) να απαντήσει στην ερώτηση.
  • She refused to answer the question.
  • Εδώ το «αρνούμαι» είναι η πιο φυσική επιλογή.