Στην αρχή /stin aɾˈt͡ɕi/ (για το 'στην αρχή') Adverb
- English
- initially
- ไทย
- ในตอนแรก
Example
- Αρχικά, η ομάδα ήταν σκεπτική για τα νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
- Initially, the team was skeptical of the new AI tools.
- Το 'Αρχικά' εδώ είναι το πιο άμεσο και σύγχρονο.