ασφάλεια /asˈfaʎa/ NounEnglishsafetyไทยความปลอดภัยExampleΤα παιδιά έπαιζαν με **ασφάλεια** στο πάρκο.The children played in safety at the park.Εδώ η ασφάλεια είναι η κατάσταση, όχι η πράξη της προστασίας.