Άσυλο /ˈa.si.lo/ Noun

English
asylum
ไทย
ที่ลี้ภัย

Example

  • Της χορηγήθηκε το πολιτικό άσυλο μετά τη φυγή της από το καθεστώς.
  • She was granted asylum after fleeing the regime.
  • Η λέξη «καταφύγιο» (shelter) είναι πιο γενική, το «άσυλο» είναι νομικά κατοχυρωμένο.