ατσάλι /aˈtsa.li/ Noun

English
steel
ไทย
เหล็กกล้า

Example

  • Η γέφυρα είναι χτισμένη από ενισχυμένο [ατσάλι].
  • The bridge is built of reinforced steel.
  • Το «ενισχυμένο» (reinforced) είναι η μαγνητική λέξη εδώ.