Αυλή /aˈvli/ NounEnglishyardไทยสนามรอบบ้านExampleΈχουν μια πανέμορφη παλιά βελανιδιά στην μπροστινή [αυλή].They have a gorgeous old oak tree in their front yard.Η 'μπροστινή αυλή' είναι η πιο άμεση μετάφραση του 'front yard'.