Αξιολόγηση /aksioˈloʝisi/ Noun
- English
- evaluation
- ไทย
- การประเมินผล
Example
- Η **αξιολόγηση** [αποτίμηση / εκτίμηση / στάθμιση] του συστήματος υγείας ανέδειξε σημαντικά κενά στην εξυπηρέτηση.
- The evaluation of the healthcare system revealed significant gaps in service.
- Εδώ τονίζεται η επίσημη, δομημένη διαδικασία.