Αξιοπιστία /aksiopistía/ Noun
- English
- credibility
- ไทย
- ความน่าเชื่อถือ
Example
- Ο μάρτυρας στερούνταν [αξιοπιστίας] — η ιστορία του ήταν σαν σενάριο από [φτηνό θρίλερ / κακό σίριαλ / παλιά ταινία].
- The witness lacked credibility.
- Η «αξιοπιστία» είναι η βασική λέξη. Το «στερούνταν» είναι πιο κομψό από το «δεν είχε».