Αξιόπιστος /aksiˈopistos/ Adjective

English
reliable
ไทย
ไว้ใจได้

Example

  • Ψάχνουμε κάποιον που να είναι **αξιόπιστος** και εργατικός.
  • We are looking for someone who is reliable and hard-working.
  • Το 'αξιόπιστος' είναι το μαγνητικό ζεύγος με το 'εργατικός'.