μπανάνα /baˈnana/ Ουσιαστικό

English
banana
ไทย
กล้วย

Example

  • Ξεφλούδισε την μπανάνα με προσοχή.
  • She peeled the banana carefully.
  • Η υπομονή στο ξεφλούδισμα θυμίζει πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή θέλουν τον χρόνο τους.