βαρέλι /vaˈreli/ NounEnglishbarrelไทยถังไม้ExampleΤο κρασί παλαιώνει σε δρύινα [βαρέλια].The wine was aged in an oak barrel.Η παλαίωση σε δρύινο βαρέλι δίνει βάθος στη γεύση.