ρόπαλο /ˈro.pa.lo/ Ρήμα

English
bat
ไทย
ไม้เบสบอล / ไม้ตี (สำหรับอุปกรณ์กีฬา) หรือ ค้างคาว (สำหรับสัตว์)

Example

  • Αυτός ο παίκτης [χτυπώ] τέταρτος στη σειρά.
  • He bats fourth in the lineup.
  • Στα ελληνικά, το ρήμα είναι γενικότερο, αλλά το πλαίσιο το καθορίζει.