Μπάνιο / Λουτρό /ˈban.jo/ NounEnglishbathไทยการแช่น้ำExampleΕίμαι στο μπάνιο!I'm in the bath!Στην καθομιλουμένηνη, το 'μπάνιο' καλύπτει και το δωμάτιο και την πράξη.