Μπερδεύω / Μπερδεύομαι /berˈðevo/ Ρήμα
- English
- confuse
- ไทย
- สับสน
Example
- Η νέα αναβάθμιση λογισμικού είναι πιθανό να **μπερδέψει** τους μεγαλύτερους σε ηλικία χρήστες.
- The new software update is likely to confuse older users.
- Το 'μπερδεύω' είναι το πιο φυσικό για τεχνολογικά ζητήματα.