μπόνους /boːnus/ Noun

English
bonus
ไทย
โบนัส

Example

  • Πήρε ένα μεγάλο **μπόνους** για την εξαιρετική της απόδοση. (Επιπλέον αμοιβή / Πρόσθετη αμοιβή / Πριμ)
  • She received a performance bonus for her hard work.
  • Το 'μπόνους' είναι η πιο συχνή επιλογή στον εργασιακό χώρο.