Χαλαρός / Χαλαρά /xaˈla.ros/ AdjectiveEnglishcasualไทยสบายๆExampleΦόρεσε κάτι **χαλαρό** (αβίαστο / ανεπίσημο) για την εκδήλωση της startup.She wore casual clothes to the startup event.Στην ένδυση, το 'χαλαρό' είναι το πιο συχνό και ζεστό.