χαρακτηριστικό /xaraktiɾiˈstiko/ Noun

English
trait
ไทย
ลักษณะนิสัย

Example

  • Το χιούμορ είναι ένας [χαρακτήρας] που βοηθά στις αγχωτικές καταστάσεις.
  • Humor is a trait that helps in stressful situations.
  • Εδώ το 'χαρακτήρας' λειτουργεί ως το πιο φυσικό αντίστοιχο του 'trait'.