χαρτοφυλάκιο /porˈtfɔlio/ Noun
- English
- portfolio
- ไทย
- แฟ้มผลงาน (พอร์ต)
Example
- Η εικαστικός παρουσίασε το **χαρτοφυλάκιό** της στον ιδιοκτήτη της γκαλερί.
- The artist presented her portfolio to the gallery owner.
- Εδώ εννοούμε την καλλιτεχνική συλλογή.