Χειραγώγηση /çi.ra.ɣoˈʝi.si/ Noun

English
manipulation
ไทย
การชักใย

Example

  • Αυτή η διαφήμιση είναι μια κυνική [χειραγώγηση] των ηλικιωμένων.
  • Advertising like this is a cynical manipulation of the elderly.
  • Εδώ η 'χειραγώγηση' έχει αρνητικό, ηθικό φορτίο.