Χημεία /çiˈmia/ Noun

English
chemistry
ไทย
เคมี

Example

  • Σπουδάζει [χημεία — φυσική επιστήμη — της] ύλης για να γίνει μηχανικός.
  • She is pursuing a degree in chemistry.
  • Η λέξη είναι άμεση και καθαρή.