Δανείζω /ðaniˈzo/ Verb

English
lend
ไทย
ให้ยืม

Example

  • Μπορώ να σου [δανείσω] το αυτοκίνητό μου για το Σαββατοκύριακο;
  • I can lend you my car for the weekend.
  • Εδώ το 'δανείζω' είναι η πιο φυσική επιλογή.