Δαπάνη /ðaˈpani/ Noun

English
expenditure
ไทย
รายจ่าย

Example

  • Η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει τη στρατιωτική ΔΑΠΑΝΗ (δαπάνη / έξοδο / εκροή) — της: Η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει τη στρατιωτική δαπάνη.
  • The government is trying to curb military expenditure.
  • Η «δαπάνη» είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος εδώ.