Αξιοπρεπής /aksiopriˈpis/ Adjective

English
decent
ไทย
ดีพอสมควร

Example

  • Είχαμε ένα [αξιοπρεπές / καλό / ικανοποιητικό] γεύμα στο καινούργιο μπιστρό.
  • We had a decent meal at the new bistro.
  • Το 'αξιοπρεπές' εδώ δίνει μια ζεστή, θετική αλλά όχι ενθουσιώδη νότα.