ΔΕΡΜΑ /ˈðerma/ Noun

English
leather
ไทย
เครื่องหนัง

Example

  • Αγόρασε ένα καινούργιο μπουφάν από **δέρμα** για τον χειμώνα.
  • She bought a new leather jacket for the winter.
  • Το «δέρμα» εδώ είναι το υλικό, όχι το ζώο.