Διαδικασία /ði̯a.ði.kaˈsi.a/ Noun
- English
- procedure
- ไทย
- กระบวนการ
Example
- Η επείγουσα **διαδικασία** ενεργοποιήθηκε αμέσως. (Η επείγουσα **διεργασία** / **μέθοδος** ενεργοποιήθηκε αμέσως.)
- The emergency procedure was activated immediately.
- Το 'διαδικασία' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.