Διαδικασία / Πρακτικά /ði.a.di.kaˈsi.a/ Noun

English
proceeding
ไทย
การดำเนินงาน

Example

  • Η δίκη κράτησε τρεις εβδομάδες, με τις [Διαδικασίες] να είναι εξαντλητικές.
  • The court proceedings lasted for three weeks.
  • Στα δικαστήρια, το 'Διαδικασίες' (πληθυντικός) είναι η στάνταρ επιλογή.