ΔΙΑΔΡΟΜΗ /ðjaˈðromi/ Noun
- English
- pathway
- ไทย
- เส้นทาง
Example
- Βγήκαν από το δάσος και βρέθηκαν σε μια χωμάτινη [Διαδρομή] στρωμένη με χαλίκι.
- They came out of the woods and onto a gravel pathway.
- Εδώ η 'Διαδρομή' (Diadromi) είναι η πιο φυσική επιλογή για περπάτημα.