διαφέρω /ði.fɛ́.ro/ Verb
- English
- differ
- ไทย
- แตกต่าง
Example
- Οι τιμές των δύο προϊόντων **διαφέρουν** σημαντικά. [διαφέρω / διακρίνομαι / αποκλίνω] — of: The two products differ in price.
- The two products differ in price.
- Το «διαφέρουν» εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για σύγκριση κόστους.