Διαφορά /ðiaˈfora/ NounEnglishdifferenceไทยความแตกต่างExampleΥπάρχει μια ουσιαστική **διαφορά** (διακρίνει / ξεχωρίζει / διαφέρει) στις απόψεις τους.There is a significant difference in their opinions.Η λέξη τονίζει την αντίθεση των ιδεών.