Διακοπές /ðjakoˈpes/ Noun

English
vacation
ไทย
วันหยุดพักผ่อน

Example

  • Αυτοί κάνουν διακοπές στη Χαβάη τώρα.
  • They are on vacation in Hawaii right now.
  • Το ρήμα «κάνω» είναι το πιο συνηθισμένο με το «διακοπές».