Διάκριση /ðjaˈkrisi/ Noun
- English
- distinction
- ไทย
- ความแตกต่างที่ชัดเจน / ความโดดเด่น
Example
- Η [Διάκριση] μεταξύ παραδοσιακών και σύγχρονων κοινωνιών ξεθωριάζει.
- The distinction between traditional and modern societies is fading.
- Εδώ η 'διάκριση' αφορά την εννοιολογική διαφορά.