Αιθέριος /ˌdɪəˈfænfəs/ Επίθετο

English
diaphanous
ไทย
โปร่งบาง

Example

  • Η νύφη φορούσε ένα [Διαυγής] πέπλο που έλαμπε στο φως του ήλιου.
  • The bride wore a diaphanous veil that shimmered in the sunlight.
  • Εδώ τονίζεται η ομορφιά και η λεπτότητα του υφάσματος.