ΨΥΧΑΓΩΓΩ /psixoaˈɣo/ Verb

English
entertain
ไทย
ให้ความบันเทิง

Example

  • Οι μουσικοί της πλατείας [διασκέδασαν] τους τουρίστες όλο το απόγευμα.
  • The street performers entertained the tourists all afternoon.
  • Εδώ τονίζεται η πράξη της παροχής ευχαρίστησης.