σώζω /ˈso.zo/ Noun

English
rescue
ไทย
กู้

Example

  • Είχαμε χάσει κάθε ελπίδα για τη [λύτρωση] (σώσιμο / απελευθέρωση / σωτηρία) των ομήρων.
  • We had given up hope of rescue.
  • Η 'λύτρωση' έχει πιο έντονο, σχεδόν υπαρξιακό τόνο.