Διασταύρωση /ðiasˈtafɾosi/ Ουσιαστικό

English
junction
ไทย
จุดตัด

Example

  • Το ατύχημα συνέβη στη **διασταύρωση** (σύναψη / ένωση / συνάντηση) των αυτοκινητοδρόμων Α1 και Β2.
  • The accident occurred at the junction of the A1 and the B2.
  • Η «διασταύρωση» είναι η πιο κοινή για δρόμους.