διάστημα /ˈxo̞ros/ NounEnglishspaceไทยพื้นที่ส่วนตัวExampleΟι αστροναύτες περνούν μήνες ζώντας στο [διάστημα] (κενό / άπειρο / ουρανό).Astronauts spend months living in space.Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε περίσταση.