ανατρέπω /anatrˈevo/ Ρήμα

English
disrupt
ไทย
พลิกโฉม

Example

  • Η βαριά βροχή [διατάραξε] την υπαίθρια συναυλία.
  • The heavy rain disrupted the outdoor concert.
  • Εδώ, το ρήμα τονίζει την αναστάτωση της ροής.