Διαταράσσω / Ενοχλώ /ðjɐtɐˈrɐso/ Verb
- English
- disturb
- ไทย
- รบกวน
Example
- Συγγνώμη που σας **διαταράσσω**, αλλά μπορώ να μιλήσω μαζί σας για ένα λεπτό;
- I'm sorry to disturb you, but can I talk to you for a moment?
- Ευγενική, ελαφρώς πιο επίσημη έκφραση από το 'ενοχλώ'.